Ναυτικό Μουσείο Άνδρου
ΓΡΑΦΟΥΝ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ Η ΕΛΕΝΗ ΜΠΕΝΕΚΗ
Εξωτερική άποψη του Ναυτικού Μουσείου Άνδρου
Εξωτερική άποψη του Ναυτικού Μουσείου Άνδρου
Η πρόσοψη του Μουσείου και το άγαλμα του <i>Αφανούς Ναύτου </i>
Η πρόσοψη του Μουσείου και το άγαλμα του Αφανούς Ναύτου
Άποψη της κεντρικής αίθουσας του Μουσείου
Άποψη της κεντρικής αίθουσας του Μουσείου
Εκθέματα από τη συλλογή του Μουσείου
Εκθέματα από τη συλλογή του Μουσείου
Μοντέλα πλοίων από τη συλλογή του Μουσείου
Μοντέλα πλοίων από τη συλλογή του Μουσείου
   
Μουσειολογικές προτάσεις για τη διαχείριση και επανερμηνεία της ναυτικής κληρονομιάς του νησιού

Η Άνδρος διαθέτει πλούσια και πολυδιάστατη ναυτιλιακή ιστορία. Μνείες σχετικές με τη ναυτιλιακή δραστηριότητα των Ανδριωτών καταγράφονται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας του νησιού αφορούσε κυρίως τη Χώρα, της οποίας οι κάτοικοι ήταν ναυτικοί στη συντριπτική τους πλειονότητα, καθώς και το χωριό Στενιές. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η ναυτιλία του νησιού επωφελήθηκε ως προς την ανάπτυξή της από την παρακμή των παραδοσιακών ναυτικών κέντρων, τη μετοίκηση στο νησί Χιωτών εμπόρων και Ψαριανών ναυτικών, την πρακτική της συμπλοιοκτησίας, τη δραστηριοποίηση του στόλου της στο θαλάσσιο εμπόριο σιτηρών από τα παραδουνάβια λιμάνια, καθώς και τη συμμετοχή της ανδριώτικης παροικίας στο χρηματοπιστωτικό και ναυπηγικό κέντρο που αποτέλεσε η Σύρος για το νεότευκτο ελληνικό κράτος. Η βασική τομή στην ιστορία κάθε ναυτότοπου, η στροφή στον ατμό, επισυνέβη για την Άνδρο το 1882. Έκτοτε, ο ατμήρης στόλος της έβαινε διογκούμενος, προσδεδεμένος στο όχημα της βρετανικής ναυτιλίας και βασισμένος στα πληρώματα που παρείχε το νησί, κατατάσσοντας την Άνδρο, το 1914, στη δεύτερη θέση μεταξύ των τοπικών νηολογίων της χώρας. Μεταξύ των πρωτοβουλιών των πλοιοκτητών του ήταν η εγκαθίδρυση γραμμής υπερωκεάνιας επικοινωνίας με την Αμερική, αλλά και η εμπλοκή τους στον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου λειτουργίας για τη ναυτιλία της χώρας. Αν και βασικά χαρακτηριστικά του ναυτότοπου είναι η νηολόγηση πλοίων και η μόνιμη εγκατάσταση των πλοιοκτητών του σε αυτόν, μέχρι και τον Μεσοπόλεμο, η ναυτιλιακή του παράδοση συνεχίζεται κυρίως από τη διεθνώς προσανατολισμένη σήμερα ναυτιλιακή του κοινότητα. Το νησί έχει γνωρίσει, από τα τέλη του 19ου αιώνα, τη μετανάστευση του ναυτικού και μη στοιχείου του, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες νέοι κάτοικοι και δεύτερης γενιάς μετανάστες πυκνώνουν τον πληθυσμό του.

Μερικά από τα παραπάνω ορόσημα στην πλούσια ιστορία της ναυτικής Άνδρου ο επισκέπτης θα μπορούσε να τα συναντήσει στο ναυτικό μουσείο που διαθέτει το νησί. Τα ναυτικά μουσεία είναι οι χώροι όπου αναπαρίσταται η πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη ιστορία της ναυτικής δραστηριότητας με όλες τις παραμέτρους της, εμπορικές, δημογραφικές, στρατιωτικές, τεχνολογικές και πολιτισμικές. Ως ιστορικά μουσεία, τα ναυτικά μουσεία καλούνται να προσεγγίσουν το ναυτικό παρελθόν στο πλαίσιο νέων θεωρήσεων από τον χώρο της κοινωνικής ιστορίας, με σκοπό να επανερμηνεύσουν ή να αναδείξουν διαφορετικές πλευρές των συλλογών τους. Οι σύγχρονες τάσεις της κοινωνικής ιστορίας βοηθούν τα ναυτικά μουσεία να επαναπροσδιορίσουν το ενδιαφέρον τους σε νέες θεματικές, σε «φωνές» που έμειναν στο περιθώριο ως μη σημαντικές για να αποτυπωθούν στο εθνικό ναυτικό αφήγημα. Επίσης, τα ναυτικά μουσεία οφείλουν να διαπραγματεύονται την έννοια της «ταυτότητας», ατομικής, τοπικής, εθνικής. Οι εικόνες της ναυτοσύνης που αναπαράγουν τα μουσεία στοχεύουν κυρίως στην ανάκληση της νοσταλγίας των επισκεπτών, αφού εκείνοι –ως το ευρύ κοινό– τείνουν να προσεγγίζουν το ναυτικό παρελθόν ως κάτι αυτοτελές και απομονωμένο από πολιτικούς και κοινωνικούς περιορισμούς.1 Στόχος του σύγχρονου ναυτικού μουσείου είναι να συγκεντρώσει, να καταγράψει και να προβάλει όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες για την ιστορία και τον ναυτικό χαρακτήρα ενός τόπου, εντάσσοντάς τον στο ευρύτερο πλαίσιο της ναυτιλιακής ανάπτυξης των ελληνικών περιοχών στο οποίο έζησε και εξελίχθηκε ο πληθυσμός του έως τη σύγχρονη εποχή. Σε περιπτώσεις όπως η Άνδρος, στη Χώρα της οποίας υπάρχουν διάσπαρτα μνημεία του ναυτικού παρελθόντος, υπάρχει μία επιπλέον δυνατότητα-πρόκληση: η διασύνδεση του μουσείου με το ευρύτερο ναυτικό τοπίο. Τα ναυτικά χαράγματα και μνημεία και άλλα σημάδια της ναυτοσύνης στο νησί αποτελούν «δυνητικά» εκθεσιακά σύνολα, δίνοντας στη Χώρα της Άνδρου τον χαρακτήρα του «ανοικτού ναυτικού μουσείου».

Το Ναυτικό Μουσείο της Άνδρου απολαμβάνει τη θέα της θάλασσας και της ομώνυμης πλατείας με το μνημείο του Αφανούς Ναύτου, η οποία ανοίγεται μπροστά του. Βρίσκεται στη Χώρα, στον άνω όροφο κτιρίου που δωρίσθηκε στον Δήμο Άνδρου από τον εφοπλιστή Δημήτριο Νικ. Ράλλια (1883-1961),2 το 1957.Ήταν μια κατεστραμμένη και ερειπωμένη οικία, την οποία ο Ράλλιας είχε αγοράσει από την Ειρήνη Καρυστινάκη, χήρα Αντωνίου, ο οποίος με τη σειρά του την είχε αγοράσει από τον Νικόλαο Κ. Εμπειρίκο. Στην αρχική ταξινόμηση των εκθεμάτων του Μουσείου τις γνώσεις του είχε προσφέρει ο Μαθιός Στυλιανίδης, γόνος Εμπειρίκων, ενώ την τελική ταξινόμηση έκανε ο Κωνσταντίνος Παντζόπουλος, πλοίαρχος Ε.Ν. Το Μουσείο ιδρύθηκε το 1972, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που έχει σκοπό τη διαφύλαξη της ναυτικής κληρονομιάς της Άνδρου,με δωρεά της οικογένειας Νικ. Ι. Γουλανδρή. Σύμφωνα με το Καταστατικό το οποίο ψηφίστηκε με την υπ’ αριθ. 34/1972 απόφαση δημοτικού συμβουλίου Άνδρου και εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 24830/30.11.1972 απόφαση της Νομαρχίας Κυκλάδων, σκοπός του Ναυτικού Μουσείου Άνδρου ήταν:

«(1) Η αναζήτησις, περισυλλογή, συγκέντρωσις, διαφύλαξις, συντήρησις των πάσης φύσεως κειμηλίων και εκθεμάτων εν γένει από των απωτάτων χρόνων, των αναφερομένων εις τους κατά θάλασσαν αγώνας κατά πάσαν θαλασσίαν δραστηριότητα και επίδοσιν του έθνους ιδιαιτέρως δε της νήσου Άνδρου ως και η τεκμηρίωσις και μελέτη της εν γένει ναυτικής ημών ιστορίας.

(2) Η αναζωπύρωσις του εθνικού ναυτικού πνεύματος, η διατήρησις ασβέστων των φωτεινών τροπαίων των κατά θάλασσαν αγώνων των προγόνων και η έξαρσις της 

αγάπης των επερχομένων γενεών εις την θάλασσαν ως πηγήν εθνικού μεγαλείου.

(3) Η οργάνωσις, συντήρησις και φύλαξις του Ναυτικού Μουσείου προς κατάλληλον έκθεσιν εν αυτώ των αναφερομένων κειμηλίων και εκθεμάτων και η επίβλεψις της εν γένει λειτουργίας αυτού».5

Σήμερα, το Ναυτικό Μουσείο λειτουργεί με την ευθύνη του Δήμου Άνδρου και παρουσιάζει σειρά αντικειμένων, όπως ναυτικά όργανα, ναυτικά ημερολόγια, μοντέλα παλαιών και σύγχρονων ανδριώτικων πλοίων, ναυλοσύμφωνα και ναυτικά διπλώματα κ.ά. Το Μουσείο οφείλεται σε χορηγίες μελών της εφοπλιστικής κοινότητας του νησιού και δέχεται το κοινό του μόνο κατά τους θερινούς μήνες (κυρίως τουρίστες και ομογενείς Ανδριώτες).

Αν και βρίσκεται σε συμβολικά προνομιακή θέση, το Ναυτικό Μουσείο στερείται «εξωστρέφειας» και «προσβασιμότητας», έννοιες οι οποίες πλέον αποτελούν κοινό τόπο στη σύγχρονη θεωρητική μουσειολογία, ενώ ως τοπικό μουσείο δεν αντανακλά την τοπική συλλογική ταυτότητα στον εκθεσιακό του χώρο ούτε λαμβάνει υπόψη τις μνήμες των κατοίκων και τη σημασία της διατήρησής τους. Αδυνατεί, λοιπόν, να διαδραματίσει τον επικοινωνιακό και εκπαιδευτικό του ρόλο και να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πολυποίκιλου κοινού του. Η υπάρχουσα έκθεση είναι ανεπαρκής ώστε να «αφηγηθεί» την ιστορία της εξέλιξης της ναυτιλίας και της συναφούς τεχνολογίας που αναπτύχθηκε στο νησί. Απουσιάζει η χρονικότητα αυτής της εξέλιξης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στον επισκέπτη, ενώ ελλιπής είναι η τεκμηρίωση των εκθεμάτων και το εποπτικό-διδακτικό υλικό που εκτίθεται στον χώρο. Απουσιάζει το κοινωνικό/πολιτικό/ιστορικό πλαίσιο και το ανθρώπινο στοιχείο, όσον αφορά τόσο την πλοιοκτησία όσο και τα πληρώματα και τα στελέχη που παρείχε το νησί. Συνεπώς, η παρούσα έκθεση δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς ως φορέας αναπαράστασης της ιστορίας της ναυτικής Άνδρου και της συμβολής της στην ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας. Χρήζει ανανέωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες τάσεις στη μουσειολογία, τις ανάγκες των διαφορετικών τύπων επισκεπτών που δέχεται, τις σύγχρονες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Πέραν αυτών, το Ναυτικό Μουσείο οφείλει να επανεκτιμήσει τον εκπαιδευτικό του ρόλο αφού αποτελεί ευνοϊκό παράδειγμα για την ανάπτυξη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων για τα παιδιά του νησιού, είτε αυτά αποτελούν μια σχολική ομάδα είτε προσέρχονται στον χώρο στο πλαίσιο μιας οικογενειακής επίσκεψης.

Αναγνωρίζοντας τις προαναφερθείσες αδυναμίες, σχεδιάσαμε και υλοποιήσαμε κατά την περίοδο 2009-2011 ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο επιχορηγήθηκε από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, στο πλαίσιο του Ειδικού Προγράμματος Χορηγιών του Συνδέσμου Υποτρόφων. Το πρόγραμμα είχε τίτλο Εν Άνδρω, τω 1882. Από του ιστίου εις τον ατμόν: Ενδυνάμωση της τοπικής ταυτότητας με εκπαιδευτικές δράσεις στο Ναυτικό Μουσείο Άνδρου. Στα παραδοτέα του προγράμματος συγκαταλέγονταν η σύνταξη μελέτης-μουσειολογικού σεναρίου για την πιθανή επανέκθεση του Ναυτικού Μουσείου Άνδρου ή μεταστέγασή του σε άλλο κτίριο, σειρά εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων σχετικά με την ιστορία της ναυτιλίας της Άνδρου για σχολικές ομάδες, καθώς και υλικό για την περιήγηση των μικρών επισκεπτών στη συλλογή του Μουσείου. Απώτερος σκοπός της έρευνας ήταν η γνώση του ναυτικού παρελθόντος και η τόνωση της τοπικής αυτοσυνειδησίας, η διατήρηση της ναυτικής κληρονομιάς και η ενδυνάμωση της πολιτιστικής ζωής του τόπου, καθώς επίσης η υποστήριξη της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού στον τομέα του πολιτιστικού τουρισμού με (α) αύξηση επισκεψιμότητας του Ναυτικού Μουσείου, (β) διασύνδεση του Μουσείου σε ένα δίκτυο επισκέψιμων πολιτιστικών πόλων που υπάρχουν στο νησί (όπως είναι, για παράδειγμα, ο μύλος του Εμπειρίκου στις Στενιές, το μνημείο του Αφανούς Ναύτου του γλύπτη Μ. Τόμπρου, μνημεία, αρχιτεκτονικά στοιχεία και στοιχεία του τοπίου), και (γ) η ενδυνάμωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με εργαλεία εφαρμογής πολιτιστικής πολιτικής (όπως είναι τα εκπαιδευτικά προγράμματα).

Στη συγκρότηση της μελέτης ελήφθησαν υπόψη: (α) οι προτεραιότητες όσον αφορά την προικοδότηση του νησιού με έναν πολιτιστικό χώρο που θα διατηρεί και θα αναπαράγει τη ναυτική παράδοση ενός από τους σημαντικότερους ελληνικούς ναυτότοπους, θα συμβάλλει σημαντικά στην τοπική αυτογνωσία αλλά και θα πλουτίσει τον χάρτη των επισκέψιμων σημείων του∙ (β) ο διαθέσιμος χώρος στον οποίο στεγάζεται αυτήν τη στιγμή το Ναυτικό Μουσείου Άνδρου∙ (γ) οι σύγχρονες επιταγές της μουσειολογίας και της διαχείρισης πολιτιστικών πόρων.  


Το μουσειολογικό πρόβλημα των ναυτικών μουσείων

Η Ελλάδα δεν έχει συγκροτημένη πολιτική για το πώς θα προβάλλει, εντός και εκτός συνόρων, τη μακραίωνη και πολυσχιδή ιστορία της στη θάλασσα.6 Τόσο η Ένωση Ναυτικών Μουσείων Ελλάδος όσο και οι επίσημοι κρατικοί πολιτιστικοί φορείς δεν φαίνεται να συμβάλλουν προς την κατεύθυνση της αναβάθμισης των υπαρχόντων ούτε να φροντίζουν για την ενσωμάτωση αυτών των σύγχρονων μουσειολογικών επιταγών στα υπό δημιουργία ναυτικά μουσεία. Έτσι, το ναυτικό πολιτιστικό απόθεμα των ελληνικών ναυτότοπων και της χώρας στο σύνολό της δεν αναπαρίσταται και δεν αναπαράγεται προς όφελος της τοπικής/εθνικής αυτογνωσίας αλλά και της αύξησης του πολιτιστικού τουρισμού σε κοινότητες που κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους είναι η ναυτική τους κληρονομιά. Η ανάδειξη του ναυτικού παρελθόντος στα ναυτικά μουσεία της Ελλάδας ακολουθεί πιστά τα προτάγματα της εθνικής ιστοριογραφίας, η οποία επί πολύ καιρό παρέμεινε αγκυλωμένη στα παραδοσιακά πρότυπα της γεγονοτολογικής, επικής αφήγησης ένδοξων στιγμών του ναυτικού βίου. Το κυριότερο πρόβλημα των ελληνικών ναυτικών μουσείων παραμένει η επιλεκτική και ελλειπτική παρουσίαση της ναυτικής ιστορίας, σε βάρος κυρίως της κοινωνικοοικονομικής ιστορίας. Η μακρά καθήλωση σε παραδοσιακές θεματικές και μουσειακές πρακτικές κρατά στην αφάνεια σημαντικές πτυχές του ναυτικού βίου, θέματα που κατεξοχήν συνιστούν τον πλούτο της ελληνικής ναυτικής ιστορίας.

Οι αφηγήσεις για το ναυτικό παρελθόν, παρά το γεγονός ότι εκφέρονται από ετερόκλητους φορείς, παρουσιάζουν κατά κανόνα ομοιογένεια: α) οι ιστορικοί της επίσημης ιστοριογραφίας δίνουν έμφαση στα «μεγάλα» ναυτικά γεγονότα, χωρίς να παραγνωρίζουν σημαντικές πτυχές της ναυτικής ζωής, π.χ. το εμπορικό ναυτικό ως μοχλό της εθνικής οικονομίας∙ β) οι ιστοριοδίφες προβάλλουν τα πολεμικά ναυτικά γεγονότα και τα ηρωικά κατορθώματα με εγκωμιαστικό, επικό ύφος και ανάλογη γλώσσα. Μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια οι κλάδοι της οικονομικής ναυτικής ιστορίας, ναυπηγικής και ενάλιας αρχαιολογίας απέκτησαν αξιόλογες μελέτες και σύγχρονο θεωρητικό προβληματισμό, εμπλουτίζοντας τη σχετικά φτωχή ελληνική βιβλιογραφία. Η έρευνα στους παραπάνω τομείς δεν έχει αγγίξει, ωστόσο, ζητήματα κοινωνικά και ιδεολογικά (μετανάστευση, πολιτισμικές βιογραφίες ναυτότοπων, πλοίων, ναυτικών κ.ά.), με αποτέλεσμα η γνώση μας να παραμένει ελλιπής. Το κενό αυτό καταδεικνύει μια βασική αντίφαση για την κατάσταση στην Ελλάδα: ενώ η εθνική ιστοριογραφία προβάλλει το ελληνικό έθνος ως ένα ναυτικό έθνος με μακραίωνη παράδοση, ωστόσο, η κρατική πολιτική, όσον αφορά τη μουσειακή αξιοποίηση του ναυτικού παρελθόντος, είναι συγκυριακή, αποσπασματική ή και ανύπαρκτη ακόμη.7

Τα ναυτικά μουσεία στην Ελλάδα, ανάλογα με το περιεχόμενό τους και με το ποιος είχε την πρωτοβουλία για την ίδρυσή τους, διακρίνονται σε «εθνικά» και «τοπικά». Από την εξέταση των ιδρυτικών καταστατικών, του πληροφοριακού υλικού και την επιτόπια έρευνα διαπιστώνεται ότι όλα τα ναυτικά μουσεία ιδρύθηκαν από ομάδες ανθρώπων που ανήκαν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα (γιατρούς, αρχιτέκτονες, δικηγόρους, τοπικούς πολιτικούς, στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού, εφοπλιστές). Επίσης, τη διοίκηση των ναυτικών μουσείων την ασκούν σε μεγάλο βαθμό απόστρατοι του Πολεμικού Ναυτικού (στα μουσεία γενικής θεματολογίας) και μέλη εφοπλιστικών οικογενειών (στα μουσεία τοπικής θεματολογίας). Εκτός της εμβέλειας και του τρόπου διοίκησής τους, η διάκριση μεταξύ «εθνικών» και «τοπικών» μουσείων αναφέρεται και στο περιεχόμενό τους. Ένα εθνικό ναυτικό μουσείο προβάλλει συνολικά την ελληνική ναυτική και ναυτιλιακή δράση κατά χρονολογική περίοδο, ενώ ένα τοπικό ναυτικό μουσείο εστιάζει στην προβολή του τοπικού στοιχείου, είτε αυτό είναι η ναυτιλιακή είτε η ναυτική δραστηριότητα. Η αναζήτηση σχετικών μουσείων και συλλογών στην Ελλάδα φέρνει στην επιφάνεια και άλλες υποκατηγορίες, όπως τα θαλασσινά μουσεία ή τα μουσεία κοχυλιών, ενώ δεν πρέπει να παραλείπονται τα λίγα πλοία που έχουν μετατραπεί σε πλωτά μουσεία με κυριότερο το Πλοίο-Μουσείο Αβέρωφ.

Στα ναυτικά μουσεία των ναυτότοπων στην Ελλάδα βασική κατηγορία εκθεσιακών αντικειμένων αποτελούν (ίσως και με σειρά προτεραιότητας):

α) Τα πορτρέτα πλοίων (συχνά γιατί παρέχονται σε ικανό αριθμό, καθώς επικρατούσε στο παρελθόν η συνήθεια οι ναυτικές οικογένειες να ζητούν την αποτύπωση των προς ναυπήγηση πλοίων τους από λαϊκούς συνήθως ζωγράφους). Τα πορτρέτα των πλοίων κατανοούνται ως έργα τέχνης και συχνά εκτίθενται με αισθητικά κριτήρια χωρίς άλλη τεκμηρίωση∙

β) τα ομοιώματα/μοντέλα πλοίων σε προθήκες, από τα λίγα τρισδιάστατα κατάλοιπα της ναυτιλιακής παράδοσης∙

γ) οι φωτογραφίες πλοίων∙

δ) τα πορτρέτα και οι φωτογραφίες επιφανών μελών της ναυτιλιακής κοινότητας (συχνά δε μόνον οι δωρητές του Μουσείου ή μικρών συλλογών που περιήλθαν σε αυτό)∙

ε) μικρού όγκου όργανα ναυσιπλοΐας (τα οποία έχουν επιλεχθεί αποσπασματικά και δεν εντάσσονται στα λειτουργικά σύνολά τους).

Ως αποτέλεσμα, επικρατεί μια ορισμένη εσωστρέφεια ή, συχνά, ένας ερμητισμός όσον αφορά το μήνυμα που περνά το Μουσείο σε επισκέπτες (Έλληνες και αλλοδαπούς) που δεν αποτελούν μέλη της ντόπιας ναυτικής κοινότητας. Λείπει το αφήγημα που πρέπει να είναι η ναυτική ιστορία του τόπου σε όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της, καθώς και τα μικρά αφηγήματα που τη συναρθρώνουν, όπως:

Επιπλέον, καθώς τα τοπικά ναυτικά μουσεία συνδέονται συνήθως με μια δωρεά, δεν έχει ληφθεί πάντα μέριμνα για την επιβίωση, τη λειτουργία (συχνά είναι επισκέψιμα μόνο τους θερινούς μήνες και με περιορισμένο ωράριο) και τη συνεχή δραστηριοποίησή τους (ελλείπουν σχεδόν πλήρως από τα τοπικά μουσεία τα εκπαιδευτικά προγράμματα), με αποτέλεσμα να μην καταφέρνουν να αποτελούν ενεργούς πόλους τοπικής αυτογνωσίας και πολιτιστικής δράσης, αλλά και πόλους ενδυνάμωσης της τουριστικής κίνησης των κοινοτήτων στις οποίες δραστηριοποιούνται.

 

Η ναυτική κληρονομιά της Άνδρου στη συλλογή του Ναυτικού Μουσείου

Στην υφιστάμενη συλλογή του Ναυτικού Μουσείου Άνδρου έχουν καταγραφεί οι εξής βασικές κατηγορίες αντικειμένων: στολές, όργανα ναυσιπλοΐας, ναυτολόγια και logbooks, υλικό γραφείου S. G. Embiricos, χειρόγραφα ναυτικής εκπαίδευσης, πορτρέτα και μοντέλα πλοίων. Η καταγραφή της συλλογής σε εξειδικευμένη ηλεκτρονική βάση δεδομένων ανέδειξε τα «κενά» στην υπάρχουσα συλλογή και αναζητήθηκαν τρόποι εμπλουτισμού της (δωρεές, αγορές). Η μελέτη του υλικού πολιτισμού αποτελεί προνομιακό εργαλείο για τη συγκρότηση μιας μουσειολογικής μελέτης, καθώς και την παραγωγή εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Επίσης, για την αναπαράσταση της ιστορίας του ναυτικού βίου στον χώρο του Μουσείου αναζητήθηκαν τεκμήρια, όπως τα οικογενειακά αρχεία της ναυτικής και ναυτιλιακής κοινότητας του νησιού. Αναλυτικότερα, η βασική μεθοδολογική προσέγγιση της έρευνας αφορούσε την αξιοποίηση γραπτών τεκμηρίων μέσω μιας ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων, τεκμηρίωση και μελέτη αντικειμένων, επιτόπια έρευνα και διεξαγωγή προφορικών συνεντεύξεων –δόθηκαν ερωτηματολόγια στα 300 εγγεγραμμένα στον Πανανδριακό Σύλλογο Ναυτικών μέλη–, διαμόρφωση εκθετικών ενοτήτων, παραγωγή του μουσειολογικού σεναρίου της επανέκθεσης. Κατά τον σχεδιασμό του τελευταίου ελήφθησαν υπόψη: (α) η προϋπάρχουσα γνώση των διαφορετικών μεταξύ τους ομάδων αποδεκτών-επισκεπτών∙ (β) η δυνατότητα για διάλογο μαζί τους∙ (γ) η πρόκληση προσωπικών συναισθημάτων και η ανάκληση αναμνήσεων∙ (δ) η δυνατότητα αυτόνομης περιήγησης στον χώρο αλλά και πολλαπλών μουσειολογικών διαδρομών∙ και (ε) η επέκταση της επίσκεψης εκτός του χώρου του Μουσείου, στα μνημεία και το τοπίο της ναυτικής Άνδρου.

Όσον αφορά τη μουσειολογική εγγραφή των αντικειμένων, αυτή οφείλει να συμβαδίζει με τις θεωρήσεις της σύγχρονης μουσειολογίας και μουσειοπαιδαγωγικής: να υπονοεί την ενεργό εμπλοκή του επισκέπτη στη διαδικασία της ερμηνείας του νοήματος, να ενημερώνει χωρίς να χειραγωγεί, να προσεγγίζει συναισθηματικά τον επισκέπτη χωρίς να τον φορτίζει με περιττές πληροφορίες. Η έκθεση στην πράξη είναι ένα κείμενο με αρχή-μέση-τέλος ώστε η αφήγηση να είναι εύληπτη από τον επισκέπτη. Επομένως, από μια πλήρη μουσειολογική προσέγγιση της ναυτικής ιστορίας του νησιού δεν μπορούν να λείπουν οι ακόλουθες παράμετροι: ο χώρος (γεωγραφικός και φυσικός προσδιορισμός του ναυτότοπου), ο χρόνος ως συνεχές ολοκληρωμένο αφήγημα που αφήνει στον επισκέπτη την αίσθηση της χρονικότητας και της εξέλιξης των γεγονότων και των δομών αντίστοιχα, τα εμπορικά και θαλάσσια δίκτυα, οι εμπορικοί δρόμοι και τα εμπορικά φορτία, οι τεχνολογικοί όροι της ναυτιλίας (ναυπηγική, ναυπηγοί και ταρσανάδες, εξέλιξη της ναυσιπλοΐας), το ανθρώπινο δυναμικό σε όλη την ιεραρχία πλοίου και γραφείου, ο υλικός πολιτισμός καθώς και ο αστικός και κοσμοπολιτικός χαρακτήρας της ζωής στον ναυτότοπο, ο γυναικείος λόγος, η ευποιία και ο ευεργετισμός των μελών της κοινότητας προς την ίδια ή άλλες, οι προφορικές μαρτυρίες, αξιοποιημένες με τέτοιον τρόπο ώστε να «ζωντανεύουν» τον λόγο της ναυτικής κοινότητας, τα οικογενειακά δέντρα και οι γαμήλιες στρατηγικές των μελών της κοινότητας.

Όλες οι βασικές κατηγορίες εκθεσιακών αντικειμένων ναυτικής παράδοσης μπορούν να συγκροτήσουν ένα μήνυμα εύληπτο σε επισκέπτες που δεν αποτελούν μέλη της ντόπιας ναυτικής κοινότητας μόνον όταν είναι ενταγμένα στο λειτουργικό τους πλαίσιο. Το αφήγημα είναι η ναυτική ιστορία του τόπου σε όλες τις πτυχές της, και τα μικρά αφηγήματα που τη συναρθρώνουν, όπως ένα «τυπικό» ταξίδι ενός ιστιοφόρου ή ατμόπλοιου, μέσα από την ανασυσταθείσα επαγγελματική ζωή ενός ντόπιου καπετάνιου, η τυπική περίπτωση ενός ντόπιου και ταυτόχρονα κοσμοπολίτη πλοιοκτήτη, η ζωή και η δράση μιας οικογένειας του ναυτότοπου, καθώς και η οικογενειακή επιχείρηση στην ελληνόκτητη ναυτιλία. Πέραν αυτών, πρέπει να τονιστεί ότι η Χώρα της Άνδρου είναι ένα ανοικτό μουσείο. Με την αναγκαία αξιοποίηση της πλατείας που απλώνεται μπροστά στο μουσείο, από την Παναγιά τη Θαλασσινή έως τον Αφανή Ναύτη του Ανδριώτη γλύπτη Τόμπρου, αλλά και τα πολυάριθμα χαράγματα πλοίων σε υπέρθυρα καπετανόσπιτων και κρήνες και γεφύρια που ο οικισμός οφείλει στη γενναιοδωρία της ναυτικής κοινότητας, καθώς και τα πλήρη ναυτικών συμβόλων ταφικά μνημεία στο νεκροταφείο της Χώρας, όλα μπορούν να θεωρηθούν «εξαρτήματα» του μουσειολογικού σεναρίου.

 

Το Ναυτικό Μουσείο Άνδρου και οι επισκέπτες του

Το Ναυτικό Μουσείο Άνδρου, ως ίδρυμα διατήρησης της τοπικής μνήμης, πρέπει να απευθύνεται σε όλες τις δυνητικές ομάδες επισκεπτών του: τους μόνιμα εγκατεστημένους σε αυτό, τους μετανάστες (πρώτης και δεύτερης γενιάς, εσωτερικής μετανάστευσης ή αποδημίας), τους επήλυδες κατοίκους του, τους τουρίστες του νησιού. Όλες οι παραπάνω κατηγορίες θα πρέπει να συναντούν στο Ναυτικό Μουσείο τεκμήρια, μνήμες ή νύξεις οι οποίες θα τους παραπέμπουν στο βιωμένο ή αφηγημένο παρελθόν των ίδιων και της κοινότητας στην οποία ανήκουν και θα προκαλούν εντυπώσεις και συναισθήματα, μένοντας μακριά από τη μηχανιστική αναπαράσταση του παρελθόντος ή τον διδακτισμό.

Το τοπικό Ναυτικό Μουσείο καλείται να αποτελέσει έναν χώρο για την ανάπτυξη διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερόμενων μελών της κοινότητας. Στην προσπάθεια προσέγγισης της τοπικής κοινωνίας, το Ναυτικό Μουσείο πρέπει να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλα υφιστάμενα ιδρύματα/φορείς και κοινωνικούς εταίρους του νησιού∙ ενώ, τέλος, στο πλαίσιο της προσπάθειας δημιουργίας του νέου προφίλ του, η ίδρυση ενός Συλλόγου Φίλων του Μουσείου ενδεχομένως να κινητοποιήσει τους κατοίκους τόσο για τον εμπλουτισμό της συλλογής του όσο και για τη διοργάνωση μελλοντικών δράσεων. Σημασία έχει επίσης η συγκρότηση μιας οργανικής σχέσης του Μουσείου με την κοινωνία αυτή, η οποία θα πρέπει στη συλλογή του Μουσείου να «δει» τον εαυτό της.

Η συλλογή του Ναυτικού Μουσείου μπορεί να εξυπηρετήσει την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων που θα μπορούσαν να διασυνδέονται στενά με τη σχολική ύλη και να αφορούν επισκέψεις σχολικών ομάδων που ακολουθούν ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο μουσείο ή να αφορούν ελεύθερες δημιουργικές δραστηριότητες, όπως είναι τα «Προγράμματα του Σαββατοκύριακου». Η ναυτική συλλογή του Μουσείου μπορεί επίσης να αποτελέσει την αφορμή για την ανάπτυξη προγραμμάτων που θα συνεχίζονται εκτός των αιθουσών του, στο ευρύτερο περιβάλλον της Χώρας. Η προνομιακή θέση του, άλλωστε, συμβάλλει δυναμικά στην ανάπτυξη τέτοιου τύπου δραστηριοτήτων. Το Ναυτικό Μουσείο μπορεί να διαμορφώσει ένα ισχυρό εκπαιδευτικό προφίλ μέσα από άλλες δράσεις, όπως είναι η προβολή σχετικών με πολιτιστικά θέματα ταινιών για το ευρύ κοινό, οι διαλέξεις και τα επιμορφωτικά σεμινάρια σε εκπαιδευτικούς και άλλους επαγγελματίες, η φιλοξενία περιοδικών εκθέσεων από ομόλογα μουσεία, καθώς και ο εορτασμός ειδικών ημερών όπως είναι η Ημέρα των Μουσείων και οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Τέλος, η συνεργασία με άλλους τοπικούς πολιτιστικούς φορείς, όπως είναι η Καΐρειος Βιβλιοθήκη και η Ένωση Ανδρίων Επιστημόνων, για την παραγωγή εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων για άλλες ομάδες της τοπικής κοινωνίας (π.χ. εργαστήρια εικαστικού περιεχομένου για ενήλικες, προγράμματα ενίσχυσης της ελληνικής γλώσσας για μετανάστες πρώτης γενιάς στο νησί κ.ά.).

Πέραν αυτών, το Ναυτικό Μουσείο ανήκει στην ιδιαίτερη κατηγορία του μουσείου σε νησί και αυτό το καθιστά ιδιαίτερο ως προς το ζήτημα της φυσικής του προσβασιμότητας. Αν και η γεωγραφική του διάσπαση το καθιστά λιγότερο δημοφιλές κατά τους χειμερινούς μήνες, ο ρόλος του μπορεί να είναι κομβικός σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό μιας νέας τουριστικής/πολιτιστικής στρατηγικής για την ανάπτυξη του νησιού από τον Δήμο. Η μουσειολογική μελέτη για τη δυνητική επανέκθεση του Ναυτικού Μουσείου οφείλει να λάβει υπόψη της τις δυνατότητες και τις αδυναμίες, τις ευκαιρίες και τις απειλές, που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει το εγχείρημα. Μια ανάλυση τύπου SWOT (strengths, weaknesses, opportunities, threats), ενός στρατηγικού εργαλείου από τον χώρο της διοίκησης επιχειρήσεων, αναδεικνύει τα εξής:


ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ 

  • Ναυτικό μουσείο σε νησί με πλούσια ναυτική ιστορία, διεθνώς αναγνωρισμένη. 
  • Προνομιακή θέση του κτιρίου στη Χώρα. 
  • Πλούσια συλλογή με αρχειακό υλικό και αντικείμενα. 
  • Δυνατότητα συνεργασίας με άλλους τοπικούς πολιτιστικούς φορείς.  

ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ

  • Το γεγονός ότι είναι μουσείο σε νησί το κάνει λιγότερο προσβάσιμο στο κοινό κατά τους χειμερινούς μήνες.
  • Δεν είναι στελεχωμένο από εξειδικευμένους επαγγελματίες του μουσείου.
  • Δεν διασυνδέεται με τα σχολεία του νησιού.  

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ

  • Τουριστικός προορισμός για Έλληνες και ξένους.
  • Σε κοντινή απόσταση από την Αθήνα.
  • Ίδρυμα που μπορεί να προβάλλει την πολιτιστική ιστορία του νησιού.
  • Συνεργασίες με άλλους φορείς.
  • Δημιουργία θέσεων εργασίας για τους νέους του νησιού.

ΑΠΕΙΛΕΣ

  • Αν και ανήκει στον Δήμο Άνδρου, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής στρατηγικό σχέδιο για την ανανέωση και την επαναλειτουργία του.
  • Έλλειψη συλλεκτικής πολιτικής.
  • Η πλειονότητα των αντικειμένων και το κτίριο όπου στεγάζεται το μουσείο χρήζουν άμεσης συντήρησης.
  • Έλλειψη σχεδίου για την ανάπτυξη εκπαιδευτικής στρατηγικής.

Παράλληλα, προκειμένου να αυξηθεί η επισκεψιμότητα του Μουσείου, μελλοντικά θα πρέπει να επιδιωχθεί δράση προς τις εξής κατευθύνσεις: 

  • Προβολή στον Τύπο, στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, στα τουριστικά πρακτορεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
  • Προβολή σε κατηγορίες επισκεπτών με ειδικό ενδιαφέρον για το θέμα.
  • Δημιουργία, εφαρμογή και διάδοση εκπαιδευτικών προγραμμάτων για διαφορετικές βαθμίδες εκπαίδευσης.
  • Οργάνωση περιοδικών εκθέσεων, συνεδρίων και άλλων εκδηλώσεων σχετικών με τη θεματική του Μουσείου, ώστε να προβληθεί το Μουσείο, να αποκτήσει την απαραίτητη ταυτότητα ως τόπος πολιτιστικού γίγνεσθαι και να επιτευχθεί η ζύμωση με την τοπική κοινωνία, η οποία θα κληθεί να συμμετάσχει ενεργά σε όλα τα δρώμενα με διάφορους τρόπους.
  • Προτάσεις περιήγησης (αρχιτεκτονικές ξεναγήσεις σε μνημεία κ.λπ.).
  • Εμπλουτισμός του πωλητηρίου του Μουσείου με ειδικές εκδόσεις μέσω των οποίων θα προβάλλονται, παράλληλα με τις ειδικές θεματικές του Μουσείου, ο πολιτιστικός χάρτης της περιοχής με προτεινόμενες επισκέψεις σε θέσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Επίσης, το πωλητήριο θα εμπλουτιστεί με αντικείμενα ειδικά κατασκευασμένα για το μουσείο, τα οποία προωθούνται σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές οργάνωσης πωλητηρίων μουσείων (ειδικές συσκευασίες, επεξηγηματικά κείμενα, πιστοποίηση των αντιγράφων κ.λπ.).

Οι συντονισμένες προσπάθειες που συνοπτικά παρουσιάστηκαν παραπάνω οδηγούν σε σταδιακή αύξηση της επισκεψιμότητας με παράλληλη αύξηση των υποδομών εξυπηρέτησης και ενίσχυση του εναλλακτικού τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή. Το Μουσείο θα αποτελεί πόλο έλξης συνεχώς αυξανόμενου αριθμού επισκεπτών, θα ενταχθεί και θα εμπλουτίσει το δίκτυο των πολιτιστικών χώρων που διαθέτει το νησί, με αποτέλεσμα να τονώνεται έμμεσα αλλά ουσιαστικά η τοπική οικονομία: καταλύματα, χώροι εστίασης και αναψυχής, τουριστικά καταστήματα, παραγωγοί τοπικών προϊόντων κ.λπ. Η ενίσχυση της τουριστικής δραστηριότητας με αυτόν τον τρόπο είναι πιο μόνιμη, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται ο σεβασμός της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου, εφόσον η ανάπτυξή του βασίζεται ακριβώς στην προβολή αυτής της ιδιαίτερης ταυτότητας.

Το Ναυτικό Μουσείο Άνδρου, ως περίπτωση τοπικού μουσείου σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη νησιωτική κοινότητα, οφείλει να διαδραματίσει έναν επικοινωνιακό και ανανεωμένο εκπαιδευτικό ρόλο, να στεγάσει τις πολύμορφες μικρές ιστορίες που συναποτελούν την πολιτισμική ταυτότητα του νησιού, να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου θα αντανακλώνται τα μέλη της κοινότητας. Προς μια τέτοια κατεύθυνση θα επιτύχει να γίνει ενεργός συμμέτοχος στη διαμόρφωση της τοπικής ιστορίας, την προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς, τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης, την τόνωση της τοπικής αυτογνωσίας και τη στήριξη της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού.



Ευχαριστίες

Οι ερευνήτριες οφείλουν θερμές ευχαριστίες προς το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης για την αποδοχή της πρότασης και τη χρηματοδότηση του εγχειρήματος, καθώς και στην κ. Φανή Παπαθάνου για την άψογη συνεργασία καθ’ όλο το διάστημα της υλοποίησης του προγράμματος. Η παρούσα μελέτη χρωστά πολλά όσον αφορά την πληρότητα των στοιχείων της στην Καΐρειο Βιβλιοθήκη, το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, την Εταιρεία Ανδρίων Επιστημόνων, τον Δήμο Άνδρου, τον τέως δήμαρχο Εμμανουήλ Βάμβουκα, τον Πανανδριακό Σύλλογο Ναυτικών, την πρώην Λιμενάρχη κ. Ψυρρή, τον Ιωάννη Καρασταμάτη, τον Γερουσιαστή ΗΠΑ κ. Λεωνίδα Ραπτάκη, τους κ. Μιχαήλ και Δημήτριο Κοκκίνη, την κ. Αλεξάνδρα Βογιατζίδη, την κ. Βασιλική Λινού, πρόεδρο του Συλλόγου Ανδρίων εν Πειραιεί, την κ. Πόπη Κορακάη, τον πρόεδρο του Εξωραϊστικού Συλλόγου Απροβάτου κ. Γιάννη Καπάκη, τον κ. Νίκο Βασιλόπουλο, την κ. Ρένα Βράιλα του Οίκου Ναύτου στην Άνδρο, τον κ. Κώστα Σαρρή, την κ. Μαριάννα Φωτοπούλου της τοπικής εφημερίδας Ανδριακή.

 

(Η δρ Αναστασία Φιλιππουπολίτη, πρώην υπότροφος του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, είναι λέκτορας Παιδαγωγικών και Μουσειακής Εκπαίδευσης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Η Ελένη Μπενέκη είναι ιστορικός ναυτιλιακής ιστορίας, προϊσταμένη Υπηρεσίας Έρευνας και Προβολής Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς και υποψήφια διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου.)

Κορυφή της σελίδας

1. Βλ. R. Hicks, «What is a maritime museum?», Museum Management and Curatorship, 19(2), 2001, σελ. 159-174. 

2. Γ. Α. Λαιμός, Νεοέλληνες αεί ναύται, Αθήνα, 1971, σελ. 271.

3. Αρχείο Δήμου Άνδρου, φάκελος Ναυτικό Μουσείο, δωρητήριο συμβόλαιο 22163/19.02.1957 συμβολαιογράφου Κων/νου Γουλανδρή.

4. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α, αρ. 26 της 17.02.1972. 
5. Αρχείο Δήμου Άνδρου, Καταστατικό ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ναυτικό Μουσείο Άνδρου, ΦΕΚ 26/17.02.1972, Τεύχος Α.

6. Μ. Πουρνάρα, «Σε λήθη η ναυτική μας παράδοση. Τρία παραδείγματα για το πώς η Ελλάδα, χωρίς συγκροτημένη πολιτική, αδυνατεί να προβάλλει τη θαλασσινή ιστορία της», Η Καθημερινή, 20 Φεβρουαρίου 2011.

7. Βλ. τις μελέτες της Ε. Στεφάνου «Αναπαραστάσεις του παρελθόντος στα ναυτικά μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού», e-Museology International Scientific Electronic Journal, τ. 5, 2009, σελ. 49-62, και «Ναυτικά μουσεία και εθνική ταυτότητα: η ελληνική περίπτωση», Ιλίσια, τ. 3, 2008, σελ. 52-57.