Η ελληνική τέχνη σε αντίξοες συνθήκες |
| Εκθέματα της περιόδου 1453-1830 στο θυγατρικό Ίδρυμα Ωνάση στη Νέα Υόρκη |
 |
 |
| Zωγραφιστός διάκοσμος από ξύλινη κασέλα από τη Μυτιλήνη. Τέλη 18ου-αρχές 19ου αιώνα. |
|
|
| Φως σε μια σκοτεινή πλευρά της ελληνικής τέχνης, ελάχιστα γνωστή στο ευρύτερο κοινό, την καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία στα δύσκολα χρόνια μετά την Άλωση και έως την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, έρχεται να ρίξει η σημαντική έκθεση που διοργανώνει το Θυγατρικό Ίδρυμα Ωνάση στη Νέα Υόρκη σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη. |
Η έκθεση έχει τίτλο «Από το Βυζάντιο στη Σύγχρονη Ελλάδα –
Η Ελληνική Τέχνη σε Αντίξοες Συνθήκες, 1453-1830» και επιμελητής
της είναι ο καθηγητής Άγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου
Μπενάκη από το 1973.
Η έκθεση εγκαινιάστηκε με λαμπρότητα στο Ωνάσειο Πολιτισμικό
Κέντρο στον Ολυμπιακό Πύργο της Νέας Υόρκης στις 14 Δεκεμβρίου
2005 και θα διαρκέσει έως τις 6 Μαΐου 2006.
Περισσότερα από 137 αντικείμενα των μεταβυζαντινών συλλογών
του Μουσείου Μπενάκη –θαυμάσιες εικόνες, περίτεχνα ξυλόγλυπτα,
αριστουργηματικά κεντήματα, κεραμικά και λιθανάγλυφα, πολύτιμα
κοσμήματα, λεπτοδουλεμένες φορεσιές, αξιόλογοι πίνακες ζωγραφικής,
θαυμάσια δείγματα αργυροχρυσοχοΐας, σπάνιες εκδόσεις, χάρτες,
όπλα και κειμήλια– ανασυνθέτουν το πανόραμα της ελληνικής τέχνης
στα χρόνια της ενετικής και οθωμανικής κατοχής.
Τα αντικείμενα γοητεύουν τον επισκέπτη, αλλά και αναδεικνύουν
το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο του ελληνικού κόσμου σε μια εποχή
καθόλου ευνοϊκή για την άνθηση του πολιτισμού. Τοποθετώντας
τα εκθέματα στο ιστορικό και κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο της
περιόδου, η έκθεση έχει ως στόχο να παρουσιάσει στο κοινό πόσο
σημαντική υπήρξε η συμβολή της οικοτεχνίας και των λαϊκών τεχνιτών
στην ανάπτυξη της ελληνικής τέχνης, σε ποιο βαθμό επηρέασε
την πνευματική και καλλιτεχνική κληρονομιά η εκκλησιαστική
τέχνη, τον τρόπο με τον οποίο απεικονίζουν οι ξένοι περιηγητές
την Ελλάδα εκείνης της εποχής, καθώς και τις εκφάνσεις του
ελληνικού Διαφωτισμού και τις αναφορές της τέχνης στην Επανάσταση.
Όπως αναφέρει ο κ. Άγγελος Δεληβορριάς, «λιγότερο καλά μελετημένη
κι ακόμα πιο λίγο γνωστή παραμένει η κοσμική τέχνη της περιόδου,
στην οποία είναι αφιερωμένη η παρούσα έκθεση, μαζί με την ευχή
να προκαλέσει κάποτε ένα επιστημονικό ενδιαφέρον, αν όχι ανάλογο
με το επιδειχθέν για την τέχνη της ελληνικής αρχαιότητας ή
της βυζαντινής τέχνης, σύμμετρο τουλάχιστον προς το ειδικό
βάρος της δικής της ξεχωριστής φυσιογνωμίας. Η κοσμική τέχνη
του ξενοκρατούμενου ελληνισμού, ως αντίβαρο στη δύσκολη καθημερινότητα
εκείνων των χρόνων, δοξάζει τη χαρά της ζωής με μια πρωτόφαντη
χρωματική ευφορία, με τις συμβολικές προεκτάσεις των υποσχέσεων
της ανθοφορίας και τη διακριτική διατυπωμένη ερωτική διάθεση
της θεματογραφίας της.
«Επειδή, μάλιστα, η σημαντική της φαίνεται πως αναπέμπει έναν
ύμνο προς τη γυναίκα, θα έλεγε κανείς ότι αντανακλά, παρά τις
πατριαρχικές δομές της κοινωνίας, μια βαθύτατα ριζωμένη δημοκρατική
πεποίθηση. Όσο για τις δυσχέρειες που παρουσιάζει ο εννοιολογικός
προσδιορισμός των καλλιτεχνικών της προϊόντων, τις ουσιαστικές
ανυπόστατες, δηλαδή, διαβαθμίσεις τους σύμφωνα με τα “λαϊκά”
δήθεν ή τα “αστικά” τους μορφώματα, θα πρέπει να τονιστεί ότι
οι όποιες διακριτές διαφορές έχουν να κάνουν περισσότερο με
ποσοτικές συνιστώσες παρά με ποιοτικούς συντελεστές.
«Όπως κι αν έχει το πράγμα», συνεχίζει ο κ. Δεληβορριάς, «στη
διάπλαση του αισθητικού ιδεώδους συμμετέχουν, αφομοιωμένα ισόμετρα,
στοιχεία από το αυτοκρατορικό μεγαλείο της βυζαντινής παράδοσης,
την κομψότητα των δυτικών συρμών και τη διακοσμητική χάρη της
ανατολικής, οθωμανικής ευαισθησίας».
Η έκθεση ξεκινά με τις πρώτες απόπειρες χαρτογράφησης του ελληνικού
χώρου, που μαρτυρούν τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα
της Δύσης στο Λεβάντε, αλλά και τις ναυτικές ανάγκες και τα
πατριωτικά οράματα των Ελλήνων.
Στη δεύτερη ενότητα παρουσιάζεται η άνθηση της εκκλησιαστικής
τέχνης και κυρίως της θρησκευτικής ζωγραφικής, απ’ όπου αναδύθηκε
το φαινόμενο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου.
Η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας και του θαλάσσιου εμπορίου,
που οδήγησε στην οικονομική ευμάρεια του ελληνικού κόσμου τον
18ο αιώνα εικονογραφεί η επόμενη ενότητα, φωτίζοντας το υπόστρωμα
από το οποίο ξεπήδησαν οι επαναστατικές ιδέες.
Οι δύο επόμενες ενότητες επικεντρώνονται στην κοσμική τέχνη.
Η μία περιλαμβάνει κοσμήματα και γυναικεία ενδύματα, που συνθέτουν
ένα πανόραμα υποδειγματικής εκφραστικής ανεξαρτησίας. Αλλά
και ένα πρότυπο για τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό ιστό.
Η δεύτερη προβάλλει την υψηλή αισθητική του νεοελληνικού σπιτιού
μέσα από κεραμικά με ολοζώντανα χρώματα, ζωγραφισμένα έπιπλα
και λεπτοδουλεμένα κεντήματα που μαρτυρούν την καλλιτεχνική
ευαισθησία των λαϊκών τεχνιτών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσελκύουν η αναπαράσταση ενός ολόκληρου
υπνοδωματίου, όπου κυριαρχεί ένα σπάνιο δείγμα νυφικής παστάδας,
με πολύτιμα, ολομέταξα κεντήματα και η συλλογή από θαυμάσια
ζωγραφισμένα κεραμικά που προέρχονται από παραδοσιακό σπίτι
των Δωδεκανήσων.
Οι ίδιοι περιηγητές απαθανάτισαν με τον χρωστήρα τους τοπία,
αρχαία μνημεία και παραδοσιακούς οικισμούς της ίδιας εποχής,
εικόνες που συχνά εμπλούτιζαν με φανταστικές σκηνές και πρόσωπα
της Μυθολογίας και της αρχαίας Ιστορίας. Τα λεπτομερή σχέδια,
οι ελαιογραφίες και υδατογραφίες παρουσιάζουν την Ελλάδα μεσα
από τα μάτια των Ευρωπαίων, ως έναν ειδυλλιακό τόπο διακοπών
και κοιτίδα κλασικών αξιών.
Η έκθεση συνεχίζεται με τις ενότητες για τον ελληνικό Διαφωτισμό
και το κίνημα του φιλελληνισμού, για να ολοκληρωθεί με σκηνές
και κειμήλια από τον Αγώνα.
Όπως τόνισε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση κ. Αντώνης Παπαδημητρίου,
«το Ίδρυμα Ωνάση είναι εξαιρετικά υπερήφανο που θα φέρει το
κοινό της Νέας Υόρκης σε επαφή με μια από τις δύσκολες και
άγνωστες περιόδους του Ελληνικού Πολιτισμού. Για το Κοινωφελές
Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, η προβολή της ελληνικής γλώσσας,
της ορθοδοξίας και η ανάδειξη των δυνάμεων του Ελληνισμού γενικότερα,
εντός και εκτός Ελλάδος, είναι βασικός σκοπός του, σύμφωνα
με τη διαθήκη του αείμνηστου Αριστοτέλη Ωνάση. Tο πνεύμα των
εκθέσεων του Ωνασείου είναι να παρουσιάζει σύνολα του ελληνικού
πολιτισμού που απετέλεσαν και αποτελούν τη βάση της παγκόσμιας
πολιτιστικής δημιουργίας. Η εφετινή έκθεση διέπεται απόλυτα
από το πνεύμα αυτό, δίνοντας την ευκαιρία στον επισκέπτη της
να σχηματίσει μια εικόνα όχι μόνο για το ιστορικό και οικονομικό
πλαίσιο μέσα από το οποίο οδηγηθήκαμε στη σύγχρονη Ελλάδα,
αλλά και τα σημαντικά βήματα που έγιναν στον χώρο της πνευματικής
και καλλιτεχνικής δημιουργίας εκείνη την περίοδο.
|