Παράρτημα της Eθνικής
Πινακοθήκης στο Ναύπλιο
Xορηγός το Ίδρυμα Ωνάση
 |
 |
| Φωτογραφία: Γιάννης Σούλης |
|
της Λήδας Μπουζάλη |
| Με μεγάλη λαμπρότητα εγκαινιάστηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο στις 8 Μαΐου 2004 το νέο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο, το οποίο στεγάζεται σε θαυμάσιο νεοκλασικό κτήριο που αποκαταστάθηκε, διαμορφώθηκε σε μουσειακό χώρο και εξοπλίστηκε εξ ολοκλήρου με δαπάνες του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ωνάση. |
Αρχιτέκτων το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος κ. Γιώργος Ζαμπέλας, που μετέτρεψε ένα ερείπιο σε πραγματικό κόσμημα για το Ναύπλιο.
Επάνω από την ανοικτή σε κάθε επισκέπτη εξώθυρα εντοιχίστηκε η επιγραφή «Απάντων τιμιώτερον εστί πατρίς», μοναδικό αίτημα του προέδρου κ. Στέλιου Παπαδημητρίου σε αυτό το εθνικής σημασίας πολιτισμικό έργο που αναλαμβάνει το Ίδρυμα.
Στην τελετή των εγκαινίων παραβρέθηκαν ο υφυπουργός Πολιτισμού κ. Πέτρος Τατούλης, οι βουλευτές κ. Έλσα Παπαδημητρίου και κ. Γιάννης Μανιάτης, μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, εκπρόσωποι πολιτιστικών φορέων, φίλοι του Ιδρύματος Ωνάση, δημοσιογράφοι και πλήθος κόσμου που συγκεντρώθηκε στους γύρω δρόμους και στους εξώστες, για να παρακολουθήσει την πανηγυρική εκδήλωση, περιμένοντας με λαχτάρα να περιηγηθεί στις αίθουσες του νέου μουσείου, το οποίο συμπυκνώνει συμβολικά την ιστορία της πόλης.
Το διώροφο νεοκλασικό κτήριο της οδού Σιδηράς Μεραρχίας, αρ. 23, στο Ναύπλιο κτίστηκε το 1905 –χρονολογία που συμπίπτει και με τη γέννηση του Αριστοτέλη Ωνάση– σε σχέδιο Κ.Π. Χαντζάρα. Πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ο γυναικολόγος γιατρός και μετέπειτα Δήμαρχος Ναυπλιέων Γεώργιος Μηναίος, που το χρησιμοποίησε ως κατοικία και ιδιωτική κλινική. Μεταγενέστερα, όταν έπαψε η λειτουργία της κλινικής, στεγάστηκαν διαδοχικά στο κτήριο ένα νοσοκομείο, η Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής και τελευταία η ταβέρνα «Νικόλας». Το κτήριο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου επί δημάρχου Γεωργίου Τσούρνου, ύστερα από αναγκαστική απαλλοτρίωση, και το 1997, επί δημάρχου Κωνσταντίνου Χαραμή, παραχωρήθηκε κατά χρήση στην Εθνική Πινακοθήκη, για να λειτουργήσει ως παράρτημα.
Όπως εξήγησε η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης κ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που δόθηκε την ημέρα των εγκαινίων στον χώρο της βιβλιοθήκης του νέου μουσείου, εμπνευστής του φιλόδοξου εγχειρήματος ήταν ο Ναυπλιώτης κ. Απόστολος Μπότσος, επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και πρόεδρος του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης επί σειρά ετών, ο οποίος γνώριζε ότι το κτήριο αυτό προσφερόταν για τη δημιουργία Πινακοθήκης. Η πρότασή του στον τότε δήμαρχο Κωνσταντίνο Χαραμή και στο Δημοτικό Συμβούλιο βρήκε θερμή υποστήριξη και αποφασίστηκε να παραχωρηθεί στην Εθνική Πινακοθήκη το παλιό, ερειπωμένο κτήριο, που είχε απαλλοτριώσει ο προηγούμενος δήμαρχος Γεώργιος Τσούρνος. «Ελπίζαμε», ανέφερε η κ. M. Λαμπράκη-Πλάκα, «ότι θα βρίσκαμε κάποιον τρόπο να το ανακαινίσουμε, γιατί ήταν ερειπιώνας. Κάναμε έκκληση, λοιπόν, στη γενναιοδωρία του Ιδρύματος Ωνάση, του προέδρου και των μελών του Δ.Σ., οι οποίοι με προθυμία δέχθηκαν την πρότασή μας να δώσουν ένα πολύ σοβαρό ποσό για το έργο αποκατάστασης και δημιουργίας Πινακοθήκης». Σήμερα το παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης Ναυπλίου είναι, σύμφωνα με την κ. M. Λαμπράκη-Πλάκα, ίσως το τελειότερο από μουσειολογικής απόψεως επαρχιακό μουσείο της Ελλάδας.
«Ιδρύματα όπως το Ίδρυμα Ωνάση», τόνισε η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, «αναβιώνουν τον ευεργετισμό. Δεν μιλάμε πλέον για χορηγούς οι οποίοι προσβλέπουν σε ανταποδοτικά οφέλη, αλλά για ευεργέτες που το κάνουν για την ιδέα της πατρίδας».
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ναύπλιο, πρώτο απ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, είχε τιμήσει τον αείμνηστο Αριστοτέλη Ωνάση, επί δημαρχίας Γεωργίου Τσούρνου, δίνοντας το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της ιστορικής πόλης.
«Η σχέση του ιδρυτού μας με το Ναύπλιο είναι παλιά», εξήγησε ο κ. Σ. Παπαδημητρίου. «Με μεγάλη ευχαρίστηση είδαμε ότι η πόλη του Ναυπλίου, κάτω απ’ όλες τις αλλαγές δημοτικών συμβουλίων, δεν είχε ξεχάσει τον Ωνάση και ήθελε να τον τιμήσει. Έκτοτε υπήρξε ένας συναισθηματικός αρραβών και με τους επιγόνους του, δηλαδή με το Ίδρυμα, και όλοι γυρεύαμε μια καλή ευκαιρία να κάνουμε κάτι για την πόλη. Είμαστε εκλεκτικοί άνθρωποι», πρόσθεσε ο πρόεδρος του Ιδρύματος, «δεν κάνουμε πράγματα βιαστικά. Το χρέος μας θέλουμε να το εξοφλούμε καλά. Ήρθε, λοιπόν, αυτή η ωραία πρόταση ανακαινίσεως, η οποία έγινε αποδεκτή.
Θέλω να σημειώσω», τόνισε ο κ. Σ. Παπαδημητρίου, «ότι το Ίδρυμα δεν ξεκίνησε το έργο με έναν προϋπολογισμό. Αποφάσισε να κάνει αυτό το έργο καλά και όσο κοστίσει.
Eυχή μας είναι να δέχεστε χιλιάδες επισκέπτες, να θυμούνται όλοι τα πατρώα και ότι πράγματι “Απάντων τιμιώτερον εστί πατρίς”».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνολική δαπάνη της αποκατάστασης ξεπέρασε τελικά το 1,5 εκατομμύριο ευρώ.
Την υπερηφάνεια του Δήμου Ναυπλιέων εξέφρασε ο δήμαρχος της πόλης κ. Παναγιώτης Αναγνωσταράς, γιατί οι προσπάθειες των διαδοχικών δημοτικών αρχών απέφεραν καρπούς. «Καταφέραμε να σωθεί αυτό το υπέροχο κτήριο, ύστερα από την αγορά που έγινε από τον Δήμο και τη συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση και την Εθνική Πινακοθήκη. Πρόθεσή μας είναι να σώσουμε κι άλλα κτήρια από την κατεδάφιση», υποσχέθηκε ο κ. Π. Αναγνωσταράς. Αλλά και ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου κ. X. Γραμματικόπουλος ευχαρίστησε το Ίδρυμα Ωνάση, το οποίο, όπως είπε, αποδεικνύει ότι το όνομα «Ωνάσης», εκτός από ένα ένδοξο παγκόσμιας ακτινοβολίας παρελθόν, έχει και ένα λαμπρό παρόν και ένα πολύ ελπιδοφόρο μέλλον για την πατρίδα.
Με θερμά λόγια ο πρόεδρος της Εθνικής Πινακοθήκης κ. A. Μπότσος ευχαρίστησε τον πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. του Ιδρύματος, τον αρχιτέκτονα κ. Γ. Ζαμπέλα, την επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης και ιστορικό Τέχνης Δρα Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου, που είχε την ευθύνη οργάνωσης του πανοράματος της έκθεσης προσδίδοντάς του εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό περιεχόμενο.
Ο κ. A. Μπότσος ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον γιατρό και συλλέκτη φιλελληνικών έργων κ. Μιχάλη Βαρκαράκη, που παραχώρησε σημαντικά «κομμάτια» της συλλογής του, καθώς και τον δικηγόρο κ. Ιωάννη Φωτόπουλο για την παραχώρηση σειράς χαρακτικών με θέμα το Ναύπλιο για την περιοδική έκθεση που θα λειτουργήσει με την έναρξη της λειτουργίας του παραρτήματος.
«Το Ναύπλιο, η πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, που διατηρεί αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων, είναι ο πλέον κατάλληλος τόπος για να φιλοξενήσει και να προβάλει τη θεματογραφία του Αγώνα», όπως παρατήρησε η επιμελήτρια της έκθεσης κ. Ό. Μεντζαφού-Πολύζου.
Η έκθεση των έργων ζωγραφικής διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες, που καλύπτουν θέματα ή απεικονίζουν ιστορικά συμβάντα, των οποίων η εικονογραφία διαμορφώθηκε ενώ η Τέχνη του 19ου αι. εξελισσόταν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη:
H πρώτη ενότητα έχει το θέμα «Σκηνές του Αγώνα. Μάχες-Ήρωες». Περιλαμβάνει έργα που απεικονίζουν ιστορικά συμβάντα και μορφές, όπως η «Πολεμική Σκηνή» που ζωγράφισε ο Θεόδωρος Βρυζάκης το 1853, το Πολεμικό Συμβούλιο και η «Μάχη στα στενά των Δερβενακίων» του ιδίου. Ανάμεσα στις μορφές αγωνιστών ξεχωρίζουν οι προσωπογραφίες του Αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, του Οπλαρχηγού Γκούρα από τον Φίλιππο Μαργαρίτη, του Αθανασίου Λιδωρίκη, που φιλοτέχνησε ο Διονύσιος Τσόκος το 1855, καθώς και η προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη, έργο του Νικηφόρου Λύτρα. Το βλέμμα του επισκέπτη αιχμαλωτίζει η «Σφαγή των Ελλήνων στο Μεσολόγγι», που φιλοτεχνήθηκε από άγνωστο καλλιτέχνη στα μέσα του 19ου αι. και που αποδίδεται στον ζωγράφο Ακίλε Ντεβέρια.
Η δεύτερη ενότητα ασχολείται με το ξεχωριστό θέμα του «Θνήσκοντος ήρωος», το οποίο, με αφορμή τη θυσία και τον θάνατο γνωστών ηρώων, έγινε σύμβολο των πανανθρώπινων αγώνων για την πίστη και την ελευθερία. Στην ενότητα αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι πίνακες «Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη» του Διονυσίου Τσόκου, «Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα» του Ντονάτο Φραντσέσκο ντε Βίβο και η «Μεταφορά τραυματία από τη μάχη», έργο αγνώστου των μέσων του 19ου αι.
Στην τρίτη ενότητα αναδεικνύεται ο σχεδόν πάντα νικηφόρος Αγώνας στη θάλασσα, που αναπτέρωνε το φρόνημα των αγωνιζόμενων Ελλήνων και αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα της νίκης. Εντυπωσιακά έργα της ενότητας αυτής είναι ο πίνακας του Kωνσταντίνου Bολανάκη «Η Έξοδος του Άρεως», του ελληνικού πλοίου που στις 25 Απριλίου 1825 διέφυγε περνώντας ανάμεσα από τα πλοία του στόλου του Ιμπραήμ, τα οποία είχαν αποκλείσει τον όρμο του Νεοκάστρου της Πύλου, καθώς και «Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη», έργο του Ιβάν Αϊβαζόφσκι του 1881, μια μελέτη φωτός και χρωμάτων, που συγχρόνως λαμπρύνει και δοξάζει το ιστορικό γεγονός.
Η τέταρτη ενότητα της έκθεσης είναι αφιερωμένη στα δεινά του πολέμου, στις κακουχίες των αγωνιστών και των αμάχων. Εδώ εντάσσονται έργα όπως «Ο αποχαιρετισμός του καπετάνιου» του Διονύσιου Τσόκου, σκηνή που σκιαγραφεί την ανθρώπινη διάσταση των ηρώων, των ταγμένων να υπηρετήσουν την πατρίδα και να θυσιαστούν, και «Οι Έλληνες» του Πέτερ βον Χες, που απεικονίζει μια ομάδα καταπονημένων αμάχων και ενόπλων να οδεύει με τα ζώα και τα υπάρχοντά της.
Στην τελευταία ενότητα της έκθεσης παρουσιάζονται έργα που αποτυπώνουν τις τάσεις που διαμορφώνουν την ιδεολογία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Κυρίαρχο έργο αυτής της ενότητας αποτελεί η περίφημη «Ελλάς ευγνωμονούσα» του Θεόδωρου Βρυζάκη (1858), όπου απεικονίζεται η απελευθερωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη με δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της να πατά στις σπασμένες της αλυσίδες και με απλωμένα τα χέρια σε μια κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προστασίας εκείνων που συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της. Γύρω της διακρίνονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης.
Όπως παρατηρεί η επιμελήτρια της έκθεσης, «η Τέχνη, εκπληρώνοντας τον πρωτογενή ρόλο της να επιδρά μορφοποιητικά στην κοινωνία, έρχεται να επενδύσει την ιδεολογία πάνω στην οποία στηρίχθηκε το ελεύθερο ελληνικό κράτος». |