|
Η καταπολέμηση του χουλιγκανισμού βασίζεται πλέον σε ειδικούς ποινικούς νόμους, η τέλεση ορισμένων αδικημάτων κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων καθίσταται επιβαρυντική περίσταση και τα δικαστήρια αρχίζουν να επιβάλουν συστηματικά υποδειγματικές ποινές. Oι εθνικές αστυνομικές πολιτικές ελέγχου του φαινομένου αρχίζουν να εξομοιώνονται μεταξύ τους και να δομούνται γύρω από δύο αρχές: την αποφυγή της χρήσης βίας και τη μέγιστη δυνατή συλλογή πληροφοριών. Συνεπώς, τα σώματα ασφαλείας άρχισαν να ανέχονται την τέλεση ορισμένων ήσσονος σημασίας αδικημάτων, ενώ παράλληλα γενικεύθηκε η ηλεκτρονική παρακολούθηση εντός και εκτός των γηπέδων, δημιουργήθηκαν ειδικά κέντρα πληροφοριών και, σε ορισμένα κράτη,
επεκτάθηκε η χρήση μυστικών αστυνομικών στους χώρους των οπαδών. Επιπλέον, ενισχύθηκε η διεθνής αστυνομική συνεργασία, με άμεση απόρροια την αυξανόμενη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των σχετικών αστυνομικών υπηρεσιών διαφόρων κρατών και την εφαρμογή κατά του χουλιγκανισμού μεθόδων και πρακτικών εμπνευσμένων από πολιτικές που είχαν ήδη υιοθετηθεί για την καταπολέμηση άλλων εγκληματικών φαινομένων, όπως το εμπόριο ναρκωτικών και η τρομοκρατία.
| H συστηματική εφαρμογή των μέτρων συνέβαλε στη μείωση των επεισοδίων εντός των γηπέδων, παράλληλα, όμως, προκάλεσε την επιδείνωση του φαινομένου.
|
 |
 |
 |
 |
Αναμφισβήτητα, η συστηματική εφαρμογή των μέτρων αυτών συνέβαλε στη μείωση των επεισοδίων εντός των γηπέδων. Παράλληλα, όμως, προκάλεσε την επιδείνωση του φαινομένου, δεδομένου ότι η ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας εντός των γηπέδων επέφερε τη χωροχρονική μετατόπιση των επεισοδίων και τη ριζοσπαστικοποίηση της συμπεριφοράς των χούλιγκανς, οι οποίοι άρχισαν να δρουν πρωτίστως εκτός των γηπέδων, πριν, κατά ή μετά τη διάρκεια του αγώνα, και να προσφεύγουν συχνά στη χρήση όπλων. Εφεξής, ο έλεγχος του φαινομένου καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής, αν όχι αδύνατος, και το κόστος της αστυνόμευσης εκτοξεύεται στα ύψη.
Παράλληλα με τις εξελίξεις αυτές, παρατηρείται μια σταδιακή υποβάθμιση της ιδιαιτερότητας του φαινομένου, η οποία γίνεται αισθητή στα τέλη της δεκαετίας του '90, όταν ο χουλιγκανισμός άρχισε ν' αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου συνόλου απειλών για την εσωτερική ασφάλεια του ευρωπαϊκού χώρου. Αυτή η μεταβολή αντανακλά την προοδευτική διάδοση, σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, μιας νέας αντίληψης της απειλής, υιοθετημένης τόσο απ' τους πολιτικούς και τους υπεύθυνους των σωμάτων ασφαλείας όσο και απ' τα ΜΜΕ. Η νέα αυτή αντίληψη συνοψίζεται σε μια εννοιολογική ενοποίηση πολλών διαφορετικών φαινομένων εγκληματικής και παραβατικής συμπεριφοράς, εν ονόματι μιας υποτιθέμενης διασύνδεσής τους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Απόρροια αυτής της αντίληψης είναι μια τάση συγχώνευσης όλων αυτών των φαινομένων, η οποία, ρητά διατυπωμένη τα τελευταία χρόνια σε πολλά επίσημα έγγραφα, θεωρεί ότι η τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, το εμπόριο ναρκωτικών και η οικονομική εγκληματικότητα, παραδείγματος χάριν, συνιστούν απειλές για την εσωτερική ασφάλεια των ευρωπαϊκών κρατών εξίσου σοβαρές με αυτές που δύνανται να επέλθουν από τη λαθρομετανάστευση, την εγκληματικότητα ανηλίκων, τη μικροεγκληματικότητα, τον χουλιγκανισμό, τα συχνά επεισόδια στις υποβαθμισμένες περιοχές των μεγαλουπόλεων ή τις διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης. Τα όρια μεταξύ των διαφόρων εγκληματικών και παραβατικών συμπεριφορών γίνονται πλέον συγκεχυμένα, οι ιδιαιτερότητές τους παραμερίζονται και τα φαινόμενα αυτά αντιμετωπίζονται απλώς ως μέρη μιας ενιαίας απειλής, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας της επιμέρους απειλής που συνεπάγεται το καθένα απ' αυτά.
Αυτή η σφαιρική αντίληψη της απειλής περιθωριοποιεί, εξ ορισμού, την πρωτογενή πρόληψη και αναδεικνύει ως μοναδική δυνατή απάντηση την υιοθέτηση μιας εξίσου σφαιρικής προεγκληματικής (proactive) και κατασταλτικής πολιτικής, με άμεσο επακόλουθο τη συχνή εφαρμογή πανομοιότυπων μέτρων σε εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις και τη βαθμιαία εδραίωση ενός ευρύ ελέγχου της παραβατικής συμπεριφοράς.
Στην περίπτωση του χουλιγκανισμού, η τάση αυτή εκδηλώνεται σαφώς στο κείμενο Κοινής Δράσης της 26ης Μαΐου 1997 σχετικά με τη συνεργασία στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, όπου προβλέπεται η ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ Κρατών Μελών κάθε φορά που πολυάριθμες ομάδες ατόμων, ικανές να αποτελέσουν απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, σκοπεύουν να μετακινηθούν προς άλλα Κράτη Μέλη προκειμένου να συμμετάσχουν σε συναθροίσεις. Όπως αναφέρεται ρητά, ο όρος «συναθροίσεις» καλύπτει τόσο τις αθλητικές εκδηλώσεις όσο και τις συναυλίες ροκ μουσικής, τις διαδηλώσεις, και τα οδοφράγματα στους αυτοκινητόδρομους.
Η ίδια τάση συγχώνευσης του χουλιγκανισμού με άλλες συλλογικές συμπεριφορές διέπει τα πορίσματα της Διάσκεψης του Συμβουλίου Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών της 13ης Ιουλίου 2001 σχετικά με την ασφάλεια των Συνόδων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και άλλων παρεμφερών περιπτώσεων.
 |
 |
 |
O χουλιγκανισμός θεωρείται αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου φάσματος απειλών για την εσωτερική ασφάλεια. |
 |
Μεταξύ των προτεινόμενων μέτρων, προβλέπεται η προσφυγή στους ευρύτατα χρησιμοποιημένους για την καταπολέμηση του χουλιγκανισμού φυσιογνωμιστές αστυνομικούς (spotters) –παρόλο που η αποτελεσματικότητα των αστυνομικών αυτών έναντι πολυάριθμων ομάδων είναι εξ ορισμού μηδαμινή.
Κατά την ίδια Σύνοδο, συζητήθηκε η δυνατότητα απαγόρευσης εξόδου από ένα Κράτος Μέλος ατόμων που επιθυμούν να διαδηλώσουν σε άλλο Κράτος Μέλος και προτάθηκε να εφαρμοστούν αναλογικά τα μέτρα που έχουν ήδη υιοθετηθεί κατά των χούλιγκανς σε διάφορα Κράτη Μέλη.
Η ιδέα αυτή προκάλεσε τόσες αντιδράσεις ώστε, τελικά, προτάθηκε η εφαρμογή της απαγόρευσης μόνο σε ορισμένους διαβόητους ταραξίες. Θα μπορούσαμε, τέλος, ν' αναφέρουμε την πρόταση που έγινε, κατά την ίδια Σύνοδο, για τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Europol και τη συνεπακόλουθη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αρχείου πληροφοριών σχετικά με τις διάφορες μορφές αστικής βίας και τις συναθροίσεις.
Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αστυνόμευση του χουλιγκανισμού στην Ευρώπη υπάγεται σήμερα σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Πρώτον, ο χουλιγκανισμός θεωρείται αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου φάσματος απειλών για την εσωτερική ασφάλεια των ευρωπαϊκών κρατών –μαζί με το οργανωμένο έγκλημα, την τρομοκρατία ή τη λαθρομετανάστευση. Δεύτερον, υπάγεται σε μία υποκατηγορία απειλών σχετικών με την ασφάλεια των μεγαλουπόλεων –μαζί με τα συχνά επεισόδια βίας στα μεγάλα αστικά κέντρα, τη μικροεγκληματικότητα και τις διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης. Τέλος, υπάγεται σε μία άλλη υποκατηγορία απειλών σχετικών με τις συλλογικές συμπεριφορές εν γένει –μαζί με τις συναυλίες ροκ μουσικής, τις διάφορες διαδηλώσεις και τα οδοφράγματα στους αυτοκινητόδρομους. Το καθένα απ' τα επίπεδα αυτά συνεπάγεται την ενδεχόμενη δημιουργία αστυνομικών αρχείων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο και ενδεχομένως διασυνδεμένων μεταξύ τους, αυξάνοντας τις πιθανότητες περαιτέρω διεύρυνσης του ήδη γενικευμένου ελέγχου της παραβατικής συμπεριφοράς. Δεδομένου, όμως, ότι κανένα απ' τα επίπεδα αυτά δεν λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες του φαινομένου, μας φαίνεται λογικό να υποθέσουμε ότι τα μέτρα αυτά δεν θα μπορέσουν να καταπολεμήσουν ουσιαστικά τον χουλιγκανισμό. |